Tad Tietze – Γλώσσα, βία και πολιτική |
Η δολοφονική βιαιοπραγία του Άντερς Μπρέιβικ δεν μπορεί να γίνει κατανοητή αν αποκοπεί από την κοινωνική και πολιτική συγκυρία που τη γέννησε: Την άνοδο της ακροδεξιάς, των ρατσιστικών και ισαλομοφοβικών σχολίων, ιστότοπων και οργανώσεων, την αυξανόμενη εισαγωγή αυτών των θεμάτων στις κυρίαρχες συζητήσεις και τις κυβερνητικές πολιτικές που επικεντρώνονται στον ατέλειωτο πόλεμο, την εθνική ασφάλεια, τον έλεγχο των συνόρων και την αστυνόμευση των μειονοτικών κοινοτήτων.
Είναι σημαντικό να αποδομήσουμε τα κυρίαρχα επιχειρήματα που έχουν να κάνουν με το πώς ανταποκρινόμαστε σε αυτό το πλαίσιο. Εδώ ασκώ κριτική στις προσεγγίσεις που έχουν κάνει την εμφάνισή τους για το πρόβλημα της βίας, σε σχέση με την πολιτική γλώσσα- προκειμένου να σκιαγραφήσω μια εναλλακτική λύση βασισμένη στην αντιμετώπιση του Μπρέιβικ και της κυρίαρχης σκληρής Δεξιάς πολιτικά.
Η κυρίαρχη αντίδραση για τον Μπρέιβικ από συμβατικούς και δεξιούς σχολιαστές ήταν να τον χαρακτηρίσουν παράφρονα -ο οποίος έδρασε για παθολογικούς λόγους και όχι από πολιτική πεποίθηση. Αυτό υποστηρίχθηκε από μια δικαστική ψυχιατρική έκθεση που διέγνωσε στον Μπρέιβικ ʺπαρανοϊκή σχιζοφρένειαʺ. Μια θύελλα αμφισβήτησης ακολούθησε αυτή την έκθεση που καθοδηγήθηκε από μια πρόχειρη εφαρμογή ψυχιατρικών κατηγοριοποιήσεων και μια άγνοια της υποκουλτούρας και ιδεολογίας της ακροδεξιάς που διαμόρφωσε τις πεποιθήσεις του Μπρέιβικ.
Ακόμη και στην απίθανη περίπτωση που ο Μπρέιβικ είναι ψυχωτικός, η εστίαση στην τρέλα εξυπηρετεί έναν πολιτικό στόχο για εκείνους που δεν θέλουν να αντιμετωπίσουν την αυξανόμενη επιρροή της ακροδεξιάς. Πίσω απ’ αυτή την ʺυπεράσπιση της παραφροσύνηςʺ υπάρχει η ιδέα ότι η πολιτική είναι εγγενώς μια ζώνη λογικής όπου όσο φλογερός κι αν είναι ο λόγος, οι ενέργειες που γεννούν παρόμοιες ιδέες παραμένουν με ασφάλεια σε αποδεκτά όρια. Έτσι, εκείνοι που αναλαμβάνουν δράση που βασίζεται στην ανοιχτή συζήτηση για ʺπολέμουςʺ με καθορισμένους ʺσυμμάχουςʺ και ʺεχθρούςʺ, εξαιτίας της ανάγκης να χρησιμοποιήσουν ʺβίαʺ ως προστασία απέναντι στις ʺ υπαρξιακές απειλέςʺ που θέτουν η πολυπολιτισμικότητα, η μουσουλμανική μετανάστευση και η απώλεια εθνικής και εθνοτικής κυριαρχίας, ξεφεύγουν από τα όρια της λογικής και πρέπει να αποκηρύσσονται ανάλογα.
Μπαίνει κανείς στον πειρασμό να πει ότι το επιχείρημα αυτό είναι παράδοξο. Γιατί αν η κυρίαρχη σκληρή Δεξιά προτείνει μια στρατευμένη μάχη ζωής και θανάτου ενάντια στους Μουσουλμάνους, τους πολυπολιτισμικούς και τους μαρξιστές, όταν κάποιος όπως ο Μπρέιβικ τους παίρνει κατά γράμμα τον απορρίπτουν λέγοντας ʺΚοιτάξτε τι τρελός που είναι αυτός ο άνθρωπος, μας πήρε στα σοβαρά! Πώς μπορεί κανείς να μας κατηγορήσει γι’ αυτό;ʺ
Μια δεύτερη αντίδραση προέρχεται από ένα ψευδοκίνημα που αναπαράγει ακατέργαστες εκδοχές θεμάτων του Διαφωτισμού, που ο Βρετανός συγγραφέας Dan Hind αποκαλεί ʺΛαϊκό Διαφωτισμόʺ. Οι πρόγονοί του μοιράζονται μια λυσσαλέα δέσμευση για στενά καθορισμένα κριτήρια ορθολογικής έρευνας που διεξήχθη με την υπόθεση ότι το ʺstatus quoʺ του καπιταλισμού των αγορών που επικεντρώνεται στην τεχνολογία είναι το μεγαλύτερο ανθρώπινο επίτευγμα και οι απελευθερωτικές επιδράσεις του καθυστερούν εξαιτίας μιας οπισθοδρομικής πρόληψης. Ένα παράδειγμα είναι ο φιλελεύθερος ιστότοπος Spiked, που εδρεύει στο Ηνωμένο Βασίλειο και θεωρεί ότι η κατάρρευση του παλαιού δίπολου της Αριστεράς και της Δεξιάς σηματοδοτεί μια στροφή στην αντιδραστική τροπή της εποχής πριν από τον Διαφωτισμό.
Ο Brendan O’Neill και οι συνεργάτες του στο Spiked επικεντρώνονται σε αιτήματα για απόλυτο δικαίωμα στην ελευθερία του λόγου, υποστηρίζοντας ότι ακόμη και περιπτώσεις ʺυποκίνησηςʺ δεν αποτελούν αιτία για τον περιορισμό αυτού του δικαιώματος. Μια τόσο ακραία άποψη υποστηρίζεται από έναν πλήρη φιλοσοφικό διαχωρισμό ανάμεσα στις ιδέες και τις πράξεις.
Όσο δεν κάνουμε φυσική επίθεση ενάντια σε κάποιον ή κάτι, πρέπει να είμαστε ελεύθεροι να το μισούμε όσο θέλουμε και να λέμε στον κόσμο ότι το μισούμε. Το μίσος δεν χρειάζεται πάντα να είναι μεγάλο κι έξυπνο…αλλά είναι κάτι που βρίσκεται στη σφαίρα της σκέψης και της ομιλίας και οι αρχές δεν έχουν καμιά δουλειά μ’ αυτό.
Για να διατηρήσει τη συνέπειά του, το Spiked έχει την εμμονή να αρνείται κάθε σχέση ανάμεσα στην άνοδο των ισλαμοφοβικών ιδεών που προέρχονται από τα στόματα των πολιτικών και των αυθεντιών και τις επιπτώσεις της διάκρισης ή της βίας. Για παράδειγμα, χρησιμοποιούν επιλεκτικά τις αστυνομικές και δικαστικές στατιστικές του Ηνωμένου Βασιλείου για να ʺαποδεικνύουνʺ ότι δεν υπάρχει άνοδος της ισλαμοφοβίας στην πράξη, σαν αυτές να έχουν αρχίσει να περιγράφουν την εμπειρία των Βρετανών Μουσουλμάνων μετά την 11η Σεπτεμβρίου.
Οι αναγκαίες διαστρεβλώσεις για την εξήγηση της θηριωδούς πράξης του Μπρέιβικ αξίζουν χρυσό μετάλιο. Να θεωρηθεί η σφαγή σαν μια από τις σημερινές τρομοκρατικές πράξεις οργής; Ο O’ Neill απέρριψε τις διασυνδέσεις ανάμεσα στην ιδεολογία του δολοφόνου και τον αυξανόμενο θόρυβο του ακροδεξιού εξτρεμιστικού λόγου και υποστήριξε ότι η άποψή του, όπως κι εκείνη των εισβολέων της 7/7, μοιάζουν να μορφοποιούνται από την αποξένωση που προκαλείται από την πολιτική της πολυπολισμικότητας:
Το υποτιθέμενο μίσος του Μπρέιβικ για την πολυπολιτισμικότητα μοιάζει να καθοδηγείται από την πεποίθηση ότι δεν σέβεται αρκετά την πολιτισμική ταυτότητά του. Η βίαιη ενέργειά του μπορεί να γίνει αντιληπτή ως μια τρελή, βάρβαρη απόπειρα να επεκτείνει την αποστολή της πολιτικής της πολυπολιτισμικότητας.
Για την περίπτωση που βγάλουμε λάθος συμπέρασμα, ο O’Neill παρενθετικά προσέθεσε, ʺΔεν μπορούμε να ισχυριστούμε ότι το EDL ή οι διανοητές που είναι εναντίον της μετανάστευσης έχουν οποιαδήποτε ευθύνη για τη βία του Μπρέιβικ. Δεν έχουνʺ. Η λογική του Spiked αντιφάσκει: οι λέξεις δεν οδηγούν σε πράξεις, αλλά ο λόγος της πολυπολιτισμικότητας οδηγεί σε φανατικές μάχες ταυτότητας από όλες τις πλευρές, με τη διαφορά ότι δεν το κάνει.
Σημαίνει όμως αυτό ότι πρέπει να περιοριστεί η ʺομιλία του μίσουςʺ λόγω της δυναμικής της βίας που εμπεριέχει; Το ερώτημα αυτό τέθηκε ύστερα από τον τουφεκισμό της γερουσιαστού των Δημοκρατικών στην Αριζόνα, Gabrielle Giffords, από τον Jared Lee Loughner, στις αρχές του 2011. Ο Loughner, μολονότι πολύ πιθανώς ήταν άρρωστος διανοητικά, επηρεάστηκε από τη φλογερή δεξιά ρητορική κατά της Giffords, και οι αριθμοί παρουσιάστηκαν σε διαφημίσεις με την Σάρα Πέιλιν που στόχευαν τους Δημοκρατικούς (συμπεριλαμβανομένης της Giffords) με τη μορφή κινούμενων σχεδίων. Αντιδρώντας, ο Μπαράκ Ομπάμα υποστήριξε:
Και εάν, όπως συζητήθηκε πρόσφατα, ο θάνατός τους βοηθά στην εισαγωγή μεγαλύτερης ευγένειας στον δημόσιο λόγο μας, ας θυμηθούμε πως δεν οφείλεται σε έλλειψη ευγένειας αυτή η τραγωδία -δεν ισχύει αυτό- αλλά στο γεγονός ότι ένας πιο πολιτικός και έντιμος δημόσιος λόγος μπορεί να μας βοηθήσει να αντιμετωπίσουμε τις προκλήσεις απέναντι στο έθνος μας, με τρόπο που να μας κάνει περήφανους.
Παρομοίως, έξι μήνες αργότερα, ο Νορβηγός πρωθυπουργός Jens Stolenberg είπε στο λαό του ότι δεν μπορούσε να αντιμετωπίσει τη φωτιά με τη φωτιά, σε ό,τι αφορά την αντι-πολυπολιτισμική Δεξιά:
Η νορβηγική απάντηση στη βία είναι περισσότερη δημοκρατία, περισσότερη ανοιχτότητα και μεγαλύτερη πολιτική συμμετοχή… Οφείλουμε να είμαστε σαφείς και να διακρίνουμε ανάμεσα στις εξτρεμιστικές απόψεις, που είναι εντελώς νόμιμες, νομιμοποιημένες. Αυτό που δεν νομιμοποιείται είναι να προσπαθούμε να εφαρμόσουμε αυτές τις εξτρεμιστικές απόψεις χρησιμοποιώντας βία.
Τι μπορούμε όμως να κάνουμε γι’ αυτές τις εξελίξεις εκτός από το να τις επικρίνουμε και να ζητήσουμε περισσότερη ευγένεια; Οι αντιδράσεις των ακροδεξιών ιδεολόγων στο ξεκίνημα της Utoya δείχνουν πως κλείνουν τ’ αυτιά τους σε αυτές τις εκκλήσεις. Γράφοντας στο Newsweek, o Asne Seierstad έθεσε το ερώτημα στον ιδρυτή ενός ακροδεξιού νορβηγικού ιστότοπου:
Ο [Hans] Rustad, απ’ την πλευρά του, έχει τρομοκρατηθεί από την επίσημη αντίδραση της Νορβηγίας στις επιθέσεις. ʺΣυναντώντας τον τρόμο με τριαντάφυλλα και αγάπη…ʺ λέει σαρκαστικά. ʺΟ πρίγκιπας διάδοχος Haakon ανακοίνωσε ότι οι δρόμοι του Όσλο ήταν γεμάτοι αγάπη. Τι είναι αυτό; Το Woodstock; Η εξουσία των λουλουδιών; Συναισθανθείτε τον πόνο μου! Περνάμε από τον ίδιο σωρό ιστοριών των θυμάτων, ξανά και ξανά. Πόσες επιμνημόσυνες τελετές μπορούμε να αντέξουμε;ʺ Κοπανάει το ποτήρι με το νερό στο τραπέζι, όταν αναφέρομαι στη συζήτηση γι’αυτό που περιγράφηκε ως συγκεκαλυμμένη Ισλαμοποίηση. ʺΔεν είναι καν συγκεκαλυμμένη!
Μπροστά σε τόση αδιαλλαξία, πρέπει η Αριστερά να προχωρήσει πιο πέρα και να ζητήσει ένα είδος κρατικής δράσης ενάντια στη Δεξιά;
Στην Αυστραλία, η άνοδος της δεξιάς ρητορικής συνέβη την ίδια στιγμή που ο Τύπος του Μέρντοχ διεξήγαγε μια υστερική εκστρατεία ενάντια στο αριστερό κόμμα των Πρασίνων. Η ναυαρχίδα του δήλωσε ότι ήθελε τους Πράσινους ʺνα καταστρέφονται στην κάλπηʺ και έλεγε ότι το κόμμα είχε μια ατζέντα που συγγένευε με τον φασισμό ή τον σταλινισμό. Σε απάντηση, ο ηγέτης των Πρασίνων Bob Brown ζήτησε μια πιο αυστηρή ρύθμιση για τα μέσα ενημέρωσης, για να περιορίσει εν μέρει τις ρητορικές υπερβολές.
Ωστόσο, δεν χρειάζεται κανείς να είναι φιλελεύθερος, τύπου Spiked, για να δει πώς τέτοιες εκκλήσεις μπορούν να παίξουν ρόλο για μια μεγαλύτερη κρατική ρύθμιση που θα μπορούσε εύκολα να στραφεί κατά της Αριστεράς και των κοινωνικών κινημάτων.
Ένα τέτοιο πρόβλημα προέκυψε στα βόρεια το φθινόπωρο του 2011 όταν κάποιοι αντιρατσιστές ζήτησαν κυβερνητική απαγόρευση για την English Defense League που προέλαυνε μέσα από τον πολυεθνικό δήμο του Tower Hamlets του Λονδίνου. Η σχεδόν ομόφωνη επιθυμία να σταματήσει η EDL ήταν υγιής, αλλά το πώς θα γινόταν αυτό οδήγησε σε (ακούσιους) περιορισμούς της Αριστεράς. Όχι μόνο υπήρξε απαγόρευση, αλλά ο υπουργός απαγόρευσε επίσης όλες τις διαδηλώσεις για μια περίοδο 30 ημερών, συμπεριλαμβανομένης της προγραμματισμένης αντιφασιστικής διαμαρτυρίας. Ευτυχώς οι αντιρατσιστές μπόρεσαν να οργανώσουν μια σημαντική διαμαρτυρία κατά της απαγόρευσης, παρά τα επιχειρήματα κάποιων ότι η εκστρατεία είχε εκπληρώσει τους σκοπούς τους και άρα όλοι έπρεπε να μείνουν στα σπίτια τους.
Πώς μπορούν λοιπόν τα προβλήματα που έχουν να κάνουν με αυτές τις αντιδράσεις να ξεπεραστούν;
Οποιαδήποτε εφαρμόσιμη Αριστερή στρατηγική πρέπει να απορρίψει την απλουστευτική έννοια ότι δεν υπάρχει διασύνδεση ανάμεσα σε δεξιά ιδεολογία και βία, αλλά και την ιδέα ότι υπάρχει μια απλή και άμεση αιτιακή αλυσίδα που τις συνδέει. Το γεγονός ότι ο Μπρέιβικ εντυπωσιάστηκε από την πολιτική του Αυστραλού συντηρητικού πρώην πρωθυπουργού John Howard δεν σημαίνει ότι ο Howard ήταν άμεσα υπεύθυνος για τις σφαγές στη Νορβηγία.
Για να καταλάβει κανείς ποιές μπορεί να ήταν οι διασυνδέσεις μεταξύ αυτών των δυο, πρέπει να αναλογιστεί τη συζήτηση για τις ʺεπιδράσεις των μέσων ενημέρωσηςʺ. Στη δεύτερη έκδοση του επίσημου απολογισμού τους γι’αυτή τη διαμάχη, Ill Effects: The Media/Violence Debate, οι Martin Baker και Julian Petley υποστηρίζουν ότι οι μελέτες που επιδιώκουν να δείξουν έναν μετρήσιμο σύνδεσμο ανάμεσα στις μιντιακές απεικονίσεις της βίας και τη βίαιη προσβολή αρχίζουν πάντα με το λάθος ερώτημα. Εστιάζοντας επιλεκτικά στο κοινό σημείο ανάμεσά τους -την παρουσία της ʺβίαςʺ (που συνήθως δεν προσδιορίζεται σαφώς)- συρρικνώνουν τις δυο πλευρές του προβλήματος σε έναν μοναδικό παράγοντα. Αυτή η προσέγγιση προϋποθέτει την επιδιωκόμενη απάντηση.
Έχει να κάνει με τις περιπλοκότητες του περιεχομένου και του νοήματος, το πώς οι καταναλωτές της μιντιακής δραστηριότητας ερμηνεύουν την μορφή και το περιεχόμενό της και το πώς ειδικές συνθήκες (προσωπικές και ιστορικές) συνδυάζονται για να διαμορφώσουν αυτή τη δυναμική διαδικασία που η κατανόηση των διασυνδέσεών της μπορεί να ξεδιαλύνει.
Το ίδιο ισχύει για την ʺομιλία μίσουςʺ και τις στρατευμένες ιδεολογίες που διαδίδονται από την αντι-πολυπολιτισμική Δεξιά. Δεν μπορεί ο καθένας που ακούει ή διαβάζει τα λόγια τους να τις ερμηνεύσει με τον ίδιο τρόπο ούτε μπορεί να εκλάβει την πράξη ως αποτέλεσμα. Οι κωδικοποιημένες αντιμουσουλμανικές λέξεις και πράξεις κυρίαρχων πολιτικών μπορεί να νομιμοποιούν ακόμη περισσότερες εξτρεμιστικές ιδέες, αλλά δεν ισχύει το ίδιο για τις ακροδεξιές εκκλήσεις για πολιτικές αποκλεισμού ή για τα φασιστικά επιχειρήματα για την οργάνωση βίας στους δρόμους. Ο καθένας πρέπει να γίνει κατανοητός σε σχέση με τις διασυνδέσεις του με τις κοινωνικές συνθήκες.
Παρόμοιες ιδέες είναι πιο πιθανό να ξεπεράσουν την περιθωριακή θέση τους σε συνθήκες οικονομικής και κοινωνικής κρίσης, όπου ʺκανονικάʺ θεσμικά στηρίγματα αρχίζουν να διασπώνται και τμήματα της μεσαίας τάξης και της κυρίαρχης ελίτ αναπτύσσουν κοσμοθεωρίες για την αποκατάσταση της εθνικής ενότητας στη βάση του αποκλεισμού και της εξάλειψης όσων ρυπαίνουν, εθνικά, θρησκευτικά ή πολιτικά.
Η σκληρή Δεξιά δεν αρκείται σε ένα ευγενικό πισωγύρισμα αλλά προσπαθεί να κτίσει τη δική της δύναμη με ένα μίγμα συγκόλλησης της εμπιστοσύνης των υποστηρικτών της και εκφοβισμού των αντιπάλων μέσω υβριστικών και ακραίων ισχυρισμών, που αποτελούν φυσιολογικό συμπλήρωμα στη φυσική βία που χρησιμοποιούν ομάδες, όπως το EDL. Η ʺπολιτικήʺ συζήτηση με την ακροδεξιά το μόνο που κάνει είναι να δίνει σε αυτές τις ιδέες ευπρέπεια. Με αυτό δεν θέλουμε να πούμε πως η συζήτηση με όποιον έχει ρατσιστικές ή εθνικιστικές ιδέες είναι μάταιη, αλλά οι σκληροί ιδεολόγοι της Δεξιάς δεν ενδιαφέρονται να ρυθμίζουν τα θέματα μέσω ευγενικής συζήτησης. Η Αριστερά οφείλει να εκθέτει ανηλεώς την πραγματική φύση της Δεξιάς και του αυταρχικού της σχεδίου. Η ακροδεξιά πρέπει να αντιμετωπίζεται και να απομονώνεται, στερημένη από ευπρέπεια και νομιμότητα, με τσακισμένη την αυτοπεποίθηση και τη συνοχή της.
Για ορισμένους μια τέτοια προσέγγιση μπορεί να μοιάζει αντιδημοκρατική, αλλά στην πραγματικότητα ισχύει το αντίθετο. Η ακροδεξιά και οι φασίστες έχουν ένα σχέδιο που στοχεύει ρητά στην υπονόμευση των δημοκρατικών δικαιωμάτων των κοινωνικών ομάδων που στοχεύουν. Η υπεράσπιση της δημοκρατίας βασίζεται στην περιθωριοποίηση των αντιδραστικών δυνάμεων που επιδιώκουν να οδηγήσουν εκφοβιστικά τους αντιπάλους τους στην υποταγή.
Η διατήρηση πραγματικών σχέσεων και δομών κοινωνικής εξουσίας σημαίνει αντιπαράθεση όχι μόνο με την ακροδεξιά αλλά και με το ρόλο του κράτους σε ό,τι αφορά τη διαιώνιση των ιεραρχιών, των ανισοτήτων, των αδικιών και των διακρίσεων. Το πρόβλημα με την ακροδεξιά δεν έγκειται στο ότι είναι υπερβολικά ʺακραίαʺ- σαν ένας θεωρητικά μεσαίος τόπος να είναι πάντα καλύτερος- αλλά στο ότι θέλει να εντείνει τις ήδη υπάρχουσες καταπιέσεις. Είναι λοιπόν επικίνδυνο για την Αριστερά να επιδιώκει μια συμμαχία με δυνάμεις που ευθύνονται γι’ αυτές τις καταπιέσεις. Το κράτος είναι που διώχνει εκείνους που ζητούν άσυλο από τα σύνορά του, το κράτος είναι που στρώνει το έδαφος για βόμβες στις μουσουλμανικές χώρες και το κράτος είναι που περιορίζει τις νόμιμες και πολιτικές ελευθερίες των ανθρώπων.
Για να αρνηθεί να δώσει βήμα στην ακροδεξιά ή στους φασίστες χρειάζεται ένα ριζικά διαφορετικό τρόπο, που θα επιδιώκει να ενώνει τους ανθρώπους για να στερούν από τους αντιδραστικούς χώρο για να οργανώνονται. Είναι μια πολιτική που πρέπει να ενεργοποιηθεί από τους ίδιους τους ανθρώπους, καθώς η πραγματική δημοκρατία εξαρτάται από το κατά πόσο οι άνθρωποι κινητοποιούνται φυσικά και διανοητικά. Κατά καιρούς, αυτό θα εκθέτει την Αριστερά σε ισχυρισμούς ότι είναι ʺακραίαʺ ή τόσο κακιά όσο οι φασίστες. Κατά καιρούς, η αστυνομία, όπως έχει κάνει τόσες φορές στο παρελθόν, θα παρεμβαίνει για να υπερασπίσει τα δημοκρατικά ʺδικαιώματαʺ των ακροδεξιών κακοποιών, σε πλήρη αντίθεση με την μεταχείριση που επιφυλάσσει στις αριστερές διαμαρτυρίες.
Οποιαδήποτε όμως σοβαρή στρατηγική για την αντιμετώπιση της ακροδεξιάς πρέπει να βασίζεται στο να σπάσει το πλέγμα ανάμεσα στη θεωρία και την πρακτική τους, να απομονώσει τις λέξεις τους στο περιθώριο και να καταστήσει αδύναη την οργάνωσή τους για βίαιες πράξεις. Μόνο μέσα από μια στρατηγική που δεν κατευνάζει τη Δεξιά, αλλά εκθέτει την αντιδραστική, αντιδημοκρατική φύση της και κινητοποιεί τους ανθρώπους για να της αντιπαραθετούν, μπορούν αυτοί οι σύνδεσμοι να σπάσουν.
Το κείμενο αυτό είναι μια επεξεργασμένη εκδοχή ενός δοκίμιου που εμφανίστηκε στο πρόσφατο e-book On Utøya: Anders Breivik, Right Terror, Racism, and Europe.
Αφιέρωμα: Η πολιτική της άκρας δεξιάς
Ετικέτες: Anders Breivik , πολυπολιτισμικότητα , ακροδεξιά , Tad Tietze














